

|
Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΑΒΟΜΑΛΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΜΑΡΤΙΝΟ που φωνάζει μαζί με την Ιστορία: Κάμετε τον Κάβο Εθνικό Πάρκο Από τον Αντιναύαρχο ε.α κ. Κωνσταντίνο Καταγά |
|
Ένα από τα ωραιότερα έργα του μεγάλου ποιητή και πολιτικού της Γαλλίας Λαμαρτίνου που τον έχουν ονομάσει «Πρίγκιπα της πένας» και χαρακτηρίσει πρόδρομο του Γαλλικού Ρομαντισμού, είναι οι ταξιδιωτικές του σημειώσεις από ένα ταξίδι από την Καρχηδόνα και την Μάλτα ως την Ελλάδα και την Ανατ. Μεσόγειο, το «Ταξίδι στην Ανατολή». Ο ίδιος το είχε ονομάσει Οδοιπορικό Ψυχής. Το ταξίδι αυτό που έκαμε με ένα ναυλωμένο από τον ίδιο πλοίο ιστιοφόρο της εποχής, τον έφερε στις Ελληνικές ακτές και τόπους το καλοκαίρι του 1832. Οι σημειώσεις του για την Ελλάδα είναι ένας ύμνος με αποκορύφωμα τις εντυπώσεις του από τον Παρθενώνα αλλά και για το θαύμα της Ελληνικής παλιγγενεσίας με τους αγώνες του 1821 που τους είχε στηρίξει και είχε συμμετάσχει στη δημιουργία φιλελληνικού κινήματος μαζί με τον Β. Ουγκώ υπέρ του Ελληνικού ξεσηκωμού. Χαρακτηριστικές είναι οι σκέψεις του στο πρώτο αντίκρισμα των Ελληνικών ακτών εκεί έξω απ τη Πύλο. Έχοντας συντριβεί και επηρεαστεί από την δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτ. 1831) γράφει αντικρίζοντας τις ακτές ταυ Ναβαρίνου: «Εκεί είναι που αντήχησε λίγο καιρό πρίν το κανόνι της Ευρώπης και καλούσε την Ελλάδα να ξαναγεννηθεί, αν πράγματι το ήθελε. Η Ελλάδα όμως, σήμερα ελεύθερη από τους δυνάστες της παραμένει υπόδουλη της ίδιας της μανίας της. Έκανε να χυθεί το αίμα ενός γενναίου ανθρώπου, του Καποδίστρια, που είχε αφιερώσει την ζωή του στην Ελληνική υπόθεση... Είναι θλιβερό, η πρώτη σκέψη στο νου κάποιου ταξιδιώτη ο οποίος έχει έρθει να υποκλιθεί μπροστά στη γη της δόξας και της αρχαίας αρετής, να είναι η σκέψη ενός φοβερού εγκλήματος...». Και καθώς οι σημειώσεις ακολουθούν τον πλού του καραβιού του, να τι διαβάζουμε σαν εντύπωση του την ώρα του σούρουπου που πλέοντας από το Ταίναρο προς το στενό των Κυθήρων, πρωταντικρίζει τα Βατικιώτικα βουνά: «Αυτά τα βουνά, όπως φαίνονται αυτή την ώρα των ψευδαισθήσεων, ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, είναι οι πιο όμορφες γήινες μορφές που έχουν δει ποτέ τα μάτια του κόσμου». Και λίγο πιο κάτω συνεχίζει με την περιγραφή του Κάβου που την μεταφέρουμε όπως έχει μεταφρασθεί από την Μελίνα Πεφανη στο βιβλίο «Οδοιπορικό Ψυχής»: «Βρισκόμαστε στη μύτη του Ακρωτηρίου Μαλέα, πρώτο ακρωτήρι της Πελοποννήσου που προχωρεί μέσα στη θάλασσα και που ονομάζεται τώρα ακρωτήρι του Αγίου Αγγέλου-φόβος και τρόμος για τους Έλληνες ναυτικούς- κι από όπου ο άνεμος φυσάει προς τη θάλασσα με τόση ορμή που ρίχνει πέτρες από το βουνό και τις κάνει να κατρακυλάνε μέχρι τα καταστρώματα των πλοίων τα ξαφνιασμένα από τα μπουρίνια του. Πάνω στην απόκρημνη πλαγιά, την αδιάβατη από βράχους που έχουν λαξεύσει κάθετα οι άνεμοι και τα κύματα, η τύχη έχει σφηνώσει 3 βράχους που έχουν ξεκολλήσει από την κορυφή και τους κρέμασε έτσι σαν φωλιά από θαλασσοπούλια πάνω στο θορυβώδες κύμα της θάλασσας που ροκανίζει την γωνία του ακρωτήρι. Λίγο κοκκινόχωμα, που οι πέτρες το είχαν σταματήσει κατά τη πτώση του, δίνει ζωή σε πέντε ή έξι όμορφα μεγαλωμένες συκιές που γέρνουν προς το κενό που χάσκει στη βάση τους. Πάνω, κάτω και από τις δυο μεριές κρέμεται κάθετα προς τη θάλασσα το βουνό που είναι εντελώς γυμνό από βλάστηση και χώμα. Το μάτι δεν μπορει να ξεχωρίσει κανένα μονοπάτι, καμία κλίση του εδάφους από όπου θα μπορούσε κανεις να φθάσει σε αυτό το βουναλάκι από πράσινο. Παρόλα αυτά ανακαλύπτουμε ένα μικρό σπιτάκι ανάμεσα στις πέντε συκιές, γκρίζο και σκοτεινό, όπως οι τρεις βράχοι που χρησιμεύουν σαν βάθρο. Στο πάνω μέρος του σπιτιού βρίσκεται ένας μικρός τοίχος, ανοικτός στο μέσον του, όπως τα καμπαναριά που έχουν τα ξωκλήσια στα καμπαναριά της Ιταλίας. Μερικά αρχαία ερείπια, παρασυρμένα κατά το ήμισυ από το χρόνο και τις καταιγίδες, ξεχωρίζουν ακόμα με τις πλινθόκτιστες σειρές τους και έχουν τρείς αψίδες που οδηγούν προς ένα είδος εξώστη. Ακόμα και ένας αετός θα φοβόταν να χτίσει την φωλιά του σε ένα τέτοιο μέρος, που δεν έχει ούτε μια συστάδα μαστιχόδεντρων ή μυρτιών για να προστατευτεί από τον αέρα που λυσσομανάει από το ακρωτήρι, που το χτυπάει διαρκώς ο καυτός ήλιος, το βουητό και ο αφρός των κυμάτων. Λοιπόν! ένας άνθρωπος διάλεξε αυτό το καταφύγιο και μένει εκεί, τον είδαμε, είναι ένας ερημίτης. Περνούσαμε δίπλα από το ακρωτήρι σε τόσο μικρή απόσταση ώστε μπορούσαμε άνετα να διακρίνουμε την άσπρη γενειάδα του, το κομποσχοίνι του, το ραβδί του, το πανωφόρι του που έμοιαζε με την καπότα που φορούν οι ναύτες τον χειμώνα.
Καθώς περνούσαμε έπεσε στα γόνατα, σαν να ήθελε να επικαλεστεί τη βοήθεια του ουρανού για τους άγνωστους και τους ξένους που έρχονται σε αυτό το επικίνδυνο πέρασμα. Ο άνεμος, που έβγαινε με μανία, από τις χαράδρες της Λακωνίας από την άλλη πλευρά του ακρωτηρίου Μαλέα, άρχισε να αντηχεί στα πανιά μας, να στροβιλίζει τα δυο πλοία και να σκεπάζει με έναν βρόμικο αφρό την θάλασσα που ανοιγόταν μπροστά μας. Ο ερημίτης ανέβηκε στην κορφή ενός από τους τρεις βράχους του για να μας ακολουθήσει πιο μακριά με τα μάτια. Εμείς, όσο βλέπαμε ακόμη το ακρωτήρι, τον διακρίναμε πεσμένο στα γόνατα και ακίνητο. Ποιος να είναι αυτός ο άνθρωπος; Πρέπει να είναι ηρωική ψυχή, δαιμόνιο με αρχαία δύναμη, να έχει καρδιά και αισθήσεις αχόρταγες για δυνατές και εξαιρετικές εντυπώσεις για να διαλέξει αυτή τη γυποφωλιά και να έχει περιορίσει τη ζωή του, τη σκέψη του και τα μάτια του στα πιο φοβερά θεάματα που θα μπορούσε ποτέ να προσφέρει η φύση στον άνθρωπο: το χάος κάτω από τα πόδια του, την ασταμάτητη καταιγίδα πάνω από το κεφάλι του, τη στειρότητα του εδάφους μέσα στα χέρια του- ο κρότος από τα κατάρτια , το σκίσιμο των πανιών, το καταστροφικό κανόνι των πλοίων, οι κραυγές φρίκης των ναυτών που πολεμούσαν ενάντια στον μανιασμένο αέρα που έρχονταν από το ακρωτήρι που προεξείχε και στον ορίζοντα, η ατελείωτη άβυσσος της θάλασσας! Την καταλαβαίνω αυτή τη ζωή. Αυτές οι πέντε συκιές, η καλύβα, αυτό το διαρκές φουρτουνιασμένο θέαμα μπροστά στα μάτια, αυτές οι σκληρές, πικρές ονειροπόλες σκέψεις στη ψυχή, αυτό ήταν ένα από τα όνειρα της ζωής μου και της νιότης μου ακόμα. Μόνο που τότε, φανταζόμουν και την αγάπη μαζί με την μοναξιά. Τώρα θα έβαζα και το Θεό και τη σκέψη. Αυτή η έρημος που αιωρείται ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα, που αναστατώνεται συνεχώς από την αέναη θύελλα και τα κύματα, ήταν ένα από τα θέλγητρα της καρδιάς μου. Είναι ακόμα, η στάση του πουλιού που ζει στα βουνά, χτυπώντας κιόλας τα φτερά του, με τα πόδια του στην κορυφή του τελευταίου βράχου, για να πεταχτεί στους φωτεινούς ουράνιους τόπους. Δεν υπάρχει κανένας συγκροτημένος άνθρωπος που δεν θα γινόταν άγιος ή ποιητής ή και τα δυο ακόμα σε ένα τέτοιο μέρος. Τι άγρια αναστάτωση θα πρέπει να προκλήθηκε στη ζωή μου ώστε να έχω τέτοιες σκέψεις και τέτοιες επιθυμίες και να στείλει εδώ κι αυτόν τον άνθρωπο που βλέπω: Μόνο ο Θεός το ξέρει, αλλά δεν πρέπει να είναι μια κοινή ψυχή, παρά μόνο εκείνη που αισθάνεται την ανάγκη να λικνιστεί με την αναταραχή της θάλασσα και να μεθύσει με την τρομερή αρμονικότητα των καταιγίδων, μόνη απέναντι στη φύση και το Θεό.» Όπως βλέπουμε από τη θεσπέσια αυτή περιγραφή της άγριας φύσης του Κάβου και των συναισθημάτων που γεννάει στον άνθρωπο ο πρίγκιπας της Γαλλικής πένας χαρακτηρίζει τον Κάβο και την από αυτόν όψη της θάλασσας ως ένα από τα πιο φοβερά θεάματα που θα μπορούσε ποτέ να προσφέρει η φύση στον άνθρωπο, ως ένα θέαμα που θέλγει και ανυψώνει την ψυχή του ανθρώπου. Η θαυμάσια αυτή περιγραφή του Λαμαρτίνου (της οποίας αποσπάσματα έχουν αναφερθεί και σε αλλά άρθρα για τον τόπο μας) έρχεται να προστεθεί στην Ελληνική Ναυτική μας ιστορία που έχει αρχίσει να ασχολείται με την άγρια φύση του Κάβου και της θάλασσας του πριν από 3000 χρόνια με τον Όμηρο στην Οδύσσεια. Έρχεται ως συνέχεια και άλλων περιγραφών περιηγητών της αρχαιότητας, του Παυσανία, του Στράβωνα, αλλά και ως πρόδρομος άλλων από πιο σύγχρονους λογοτέχνες όπως του Α. Καρκαβίτσα, της δικής μας Ελένης Σαραντίτη και άλλων. Από όλες αυτές εγώ θα θυμίσω εδώ την καταπληκτική απαρχή που κάνει ο Όμηρος με τους στίχους τους στην Ραψωδία δ΄ της Οδύσσειας, όπου ο Νέστορας διηγούμενος τα πάθη του Μενέλαου στην προσπάθεια του να περάσει τον κάβο κατά το ταξίδι του γυρισμού του από την Τροία, λέει: "Μα όταν κι αυτός στα μελανά τα πέλαγα έξω βγήκε με τα γοργά καράβια του, και στο βουνό Μαλέα κατέβηκε αρμενίζοντας, τότε φριχτό ταξίδι ο Δίας ο βροντόφωνος του τοίμασε με ανέμους που σφυριχτοί φυσούσανε, και κύματα σηκώναν μέσα στην άγρια θάλασσα, πελώρια ίσα μέ όρη."
Αυτός λοιπόν ο Κάβος και η γύρω του πανέμορφη, άγρια στεριανή και θαλάσσια φύση, το αντικείμενο αυτού του θαυμασμού του Λαμαρτίνου, το φορτωμένο από τον θρύλο και την τρισχιλιόχρονη και πλέον ναυτική μας παράδοση, είναι το «Ιερό Χώμα» ή σωστότερα ο «Ιερός Βράχος» της ιδιαίτερης Πατρίδας μας .
Σε αυτήν ανήκει και διοικητικά ακόμη. Και είναι χρέος μας να τον διαφυλάξουμε, να τον σώσουμε και να τον κρατήσουμε στην κατάσταση που μας τον προσέφερε η φύση, όπως τον προσδιόρισε ο Λαμαρτίνος ως ένα απ τα πιο φοβερά θεάματα που μπορούσε η φύση να προσφέρει στον άνθρωπο. Και δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να προσδιορίσουμε τους κινδύνους που επιβάλλουν αυτό το «να διαφυλάξουμε» και «να σώσουμε». Ορατοί και άμεσοι είναι στην σημερινη μας πραγματικότητα την γεμάτη με θλιβερά παραδείγματα καταστροφής του περιβάλλοντος. Είναι η παμφάγος μπουλντόζα της καταστροφής του περιβάλλοντος. Είναι η παμφάγος μπουλντόζα της καταστροφής για μια «δήθεν ανάπτυξη», η διάνοιξη αυτοκινητοδρόμων για τη λαίλαπα της αυτοκίνησης, η καταπάτηση της γης ακόμη και τέτοιου φυσικού κάλλους για άναρχη οικοπεδοποίηση, το ξεπούλημα της γης σε ξένους και ντόπιους που δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι θα έβρισκαν την ευκαιρία να απολαύσουν ένα τέτοιο φυσικό κάλλος τόσο φθηνά και τόσο εύκολα. Νομίζω πως όλοι οι Βατικιώτες έχουμε ενστερνιστεί αυτή την ανάγκη και το χρέος να μην αλλοιωθεί και καταστραφεί αυτό το φυσικό κάλλος που έχει προσφέρει ο Δημιουργός στην πατρίδα μας και το οποίο έχει περιβληθεί με τόσο ανθρώπινο θαυμασμό κατά το διάβα των αιώνων και έχει συνδεθεί με την ναυτική ιστορία, την θαλασσινή μοίρα και την θρησκευτική παράδοση του τόπου μας (με τον Άγιο Θωμά τον εν Μαλέω και τα Βυζαντινά ξωκλήσια του χώρου του). Και επειδή το θέμα αυτού του άρθρου δεν είναι απλώς ιστορικό θα ήθελα να έχει και το «Δια Ταύτα» του. Βεβαίως ων πως η Δημαρχιακή μας αρχή ενδιαφέρεται για αυτό το σημαντικό για τον τόπο μας ζήτημα και διαπνέεται από τις ευαισθησίες που υπενθυμίζονται στις πιο πάνω γραμμές, πιστεύω πως θα προβεί σε ενέργειες που κατά τρόπο ριζικό και αποτελεσματικό θα σώσουν και θα διαφυλάξουν την περιοχή του Κάβου από την αλλοίωση και την καταστροφή. Και αυτές οι ενέργειες σχεδιασμένες με αγάπη και σεβασμό ας στοχεύουν στην νομική κατοχύρωση της περιοχής του Κάβου με σαφή όρια ως προστατευόμενης, ως Εθνικού Δρυμού (Πάρκου) κατά τα πρότυπα άλλων τέτοιων περιοχών, όπως π.χ. αυτής του δάσους της Δαδιάς που πρόσφατα περιγράφτηκε σε ένθετο της Κυριακάτικης Εφημερίδας (Καθημερινή της 18ης Ιαν. 2004). Θα ήθελα ακόμη να προσθέσω πως μια τέτοια κατοχύρωση της περιοχής που θα την διασώσει δεν αντιστρατεύεται στην ωφελιμιστική πλευρά, δεν θα έχει δηλαδή δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις για τον τόπο μας. Αντίθετα, ένα τέτοιο Εθνικό Πάρκο, σε συνδυασμό με τον χώρο των απολιθωμάτων και το σπήλαιο της Καστανιάς και με μια Δημοτική διαχείριση της περιοχής που θα επιτρέπει την απόλαυση της από περιπατητές, ορειβάτες και ανθρώπους που αναζητούν λίγη ξεκούραση στη φύση και σε περιοχές φυσικού κάλλους, θα αποτελέσει έναν μοναδικό τουριστικό πόλο που μαζί με τις άλλες ομορφιές και τις ακρογιαλιές του τόπου μας, θα τον αναπτύξει τουριστικά, χωρίς να τον προσβάλλει περιβαλλοντικά, χωρίς να αλλοιώσει τα ανεκτίμητα και μοναδικά χαρακτηριστικα του, αυτά που τόνισε η πένα του Λαμαρτίνου και σεβάστηκε η ιστορία αιώνων. Σημείωση του Δ.Σ του Συνδέσμου μας. Με μοναδικό τρόπο παρουσιάζεται στον αναγνώστη «ο Ιερός Βράχος» της ιδιαίτερής μας πατρίδας. Αντιλαμβανόμαστε πλήρως το όραμα του κ. Κωνσταντίνου Καταγά δηλώνοντας ότι είμαστε δίπλα του, επιθυμώντας το όραμα αυτό να γίνει πραγματικότητα. Παναγιώτης Τριπόντικας
|


